Ελληνικής Εταιρείας Εθνολογίας - Greek Society for Ethnology

Η εθνογραφία των χωριών του Μεγάλου Κάστρου Μονεμβασιάς, Ελευθέριος Π. ΑλεξάκηςΣε αυτό το βιβλίο αναδημοσιεύονται επτά μελέτες, πρωτοδημοσιευμένες μεταξύ των ετών 2002-2025, που αναφέρονται στην Επαρχία Επιδαύρου Λιμηράς της Λακωνίας και πιο συγκεκριμένα στον σημερινό διευρυμένο Καλλικράτειο Δήμο Μονεμβάσιας, όπως απαρτίστηκε από τους πρώην Δήμους Βοιών (Βάτικα), Ασωπού, Μολάων και Ζάρακα.

Ο Δήμος Μονεμβάσιας αντιστοιχεί στην παλαιά βενετική διοίκηση Μονεμβάσιας (territorio di Malvasia) την περίοδο της βενετοκρατίας (1690-1715) και στο οθωμανικό μπεηλίκι της Μονεμβάσιας την περίοδο της τουρκοκρατίας (1715-1821).
Ο σημερινός Δήμος Μονεμβάσιας έχει μεγάλη ποικιλομορφία από άποψη κοινωνικών και οικογενειακών δομών, για παράδειγμα στη βόρεια περιοχή επικρατούσε παλαιότερα η πατροτοπική πολυπυρηνική οικογένεια, στο νότιο τμήμα η πυρηνική οικογένεια και η οικογένεια κορμός παράλληλα με τον διτοπικό γάμο, γιατί στη νότια περιοχή η γυναίκα προικίζεται συχνά με σπίτι, ενώ στη βόρεια όχι. Από άποψη οικονομίας στη βόρεια περιοχή ήταν αναπτυγμένη η μεταβατική ή ημινομαδική κτηνοτροφία, αντίθετα στη νότια η αλιεία.
Ομάδες συγγένειας και στις δύο περιοχές ήταν με μικρές διαφορές τα εκτεταμένα σόγια (πατρογραμμικές/πατροπλευρικές γενιές) με πολλούς ονοματισμένους κλάδους. Για να ξεχωρίσουμε την οργάνωσή τους από εκείνη της Μάνης, το σύστημα της συγγένειας στην Επαρχία Επιδαύρου Λιμηράς ήταν παραφυλετικό, σε αντίθεση με της Μάνης που ήταν φυλετικό. Εδώ η συνοχή των σογιών δεν ήταν τόσο ισχυρή. Δεν υπήρχε το έθιμο του γδικιωμού, ούτε η εξωγαμία του γένους.
Από άποψη σύνθεσης του πληθυσμού οι κάτοικοι είναι κατά πλειοψηφία ελληνόφωνοι. Είναι ντόπιοι αλλά υπάρχουν και πολλοί κρητικής και μανιάτικης καταγωγής. Υπήρχε όμως και ένα ισχυρό αρβανιτόφωνο στοιχείο στη βορειοανατολική περιοχή του Ζάρακα. Σήμερα πάντως τα αρβανίτικα μιλιούνται πολύ λίγο και τείνουν προς εξαφάνιση.
Στην πρώτη μελέτη εξετάζεται λεπτομερώς η οικιστική ιστορία του τέως Δήμου Βοιών (Βάτικα) στη Νότια Λακωνία και ιδιαίτερα η εξέλιξη από τις σκόρπιες καλύβες (κατούνες) σε νέες μεγαλύτερες εγκαταστάσεις ή χωριά. Περιγράφονται οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες πριν από την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και κατόπιν η οικονομική εξέλιξη (από την κτηνοτροφία, στην ελαιοκαλλιέργιεα, στην αλιεία και τέλος στον τουρισμό). Το άρθρο στηρίζεται σε πληροφορίες συγκεντρωμένες με επιτόπια εθνογραφική έρευνα (1976-2004), σε ιστορικά στοιχεία και χάρτες καθώς και σε δημοσιευμένες μελέτες για την ιστορία του δήμου και της περιοχής.
Χρησιμοποιείται επιπλέον αδημοσίευτο υλικό από το Σπουδαστήριο της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και το Κέντρο Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών (λαογραφικές συλλογές) και γενικότερες δημοσιευμένες μελέτες (άρθρα, βιβλία κλπ.).
Στη δεύτερη μελέτη παρουσιάζεται και αναλύεται διεξοδικά η διαδικασία της εξέλιξης του χώρου στην Ελαφόνησο Λακωνίας, ενός μικρού νησιού στον Λακωνικό Κόλπο. Η ιδιαιτερότητα του νησιού αφορά τον τύπο της οργάνωσης του χώρου και της οικονομίας (γεωργία, κτηνοτροφία, αλιεία). Μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα επικρατούσε το σύστημα της κατούνας (αγροκατοικίας) ή ο «πολιτισμός της κατούνας», με αραιοκατοίκηση και τις κατοικίες (σπιτοκατούνες ή ποιμνιοκατούνες) σκόρπιες σε όλο το νησί. Δηλαδή στο νησί υπήρχαν γεωργοκτηνοτροφικές εγκαταστάσεις αποτελούμενες από μεμονωμένες αγροκατοικίες (κατούνες) ή μικροοικισμούς από δύο τρία σπίτια. Η οικονομία της «κατούνας» ήταν γεωργική και κτηνοτροφική. Η αρχή της οικιστικής ανάπτυξης του κεντρικού οικισμού/χωριού της Ελαφονήσου ξεκίνησε με την παραχώρηση στα μέσα του 19ου αιώνα από το κράτος εκτάσεων γης στον Μανιάτη αξιωματικό Πασχάλη Γερακάρη, ο οποίος μεταβίβασε οικόπεδα σε συγγενείς και φίλους ή πώλησε σε ξένους. Όλη αυτή η διαδικασία έχει σαν βάση και τη μετεξέλιξη της οικονομίας του νησιοὐ από την κτηνοτροφία στην εντατική γεωργία, κυρίως ελαιοκαλλιέργεια, κατόπιν στην αλιεία και σήμερα στον τουρισμό καθώς το νησί είναι ένας πολύ σημαντικός τουριστικός προορισμός, όπως και η γειτονική Μονεμβάσια.
Στην τρίτη μελέτη μας απασχολεί και πάλι ο γεωγραφικός χώρος της Ελαφονήσου. Η εργασία είναι επικεντρωμένη στη μελέτη του κοινωνικού φύλου και ιδιαίτερα στην κοινωνική θέση της γυναίκας. Η επιτόπια εθνογραφική έρευνα πραγματοποιήθηκε μεταξύ 1998 και 2001. Η μελέτη των δύο φύλων είναι πολυδιάστατη και σε περισσότερα επίπεδα (πραγματικά δεδομένα, αναπαραστάσεων κλπ.). Αναφέρω δύο σημεία της γενικότερης προβληματικής με πραγματικά δεδομένα: α) τη σχέση της γυναίκας με την ακίνητη περιουσία (κτήματα, σπίτια κλπ.), που είναι πολύ ισχυρή και β) τη σχέση της γυναίκας με τον λόγο (ομιλία)/σιωπή, και το δικαίωμα της στον λόγο που είναι επίσης πολύ ισχυρό. Η προσέγγισή μου πλαισιώνεται και με άλλες πληροφορίες αναφερόμενες κυρίως στις σχέσεις των δύο φύλων (οικονομικές, κοινωνικές κλπ.) και δευτερευόντως στις κοινωνικές και πολιτισμικές αναπαραστάσεις.
Η τέταρτη μελέτη εστιάζεται στην ιστορική διαδικασία μέσα στον ευρύτερο χώρο της Επαρχίας Επιδαύρου Λιμηράς και στη σχέση της μεταβατικής κτηνοτροφίας και της στροφής των κατοίκων προς τη θάλασσα με την αλιεία και την εμπορική ναυτιλία κυρίως στον τέως Δήμο Βοιών (Βάτικα). Υπάρχει μια συνεχής είσοδος ημινομάδων ή μεταβατικών κτηνοτρόφων από τη βόρεια περιοχή της επαρχίας, οι οποίοι αναζητούσαν βοσκοτόπους. Βαθμηδόν αυτοί εδραιώνονται στα χωριά του δήμου και μετατρέπονται αρχικά σε γεωργούς και κατόπιν σε ναυτικούς. Αυτό καθιστά δυνατή την είσοδο νέων κτηνοτρόφων, γιατί εγκαταλείπονται οι βοσκότοποι. Είναι μια συνεχής διαδικασία μετατροπής των γεωργών και κτηνοτρόφων σε ναυτικούς.
Στην πέμπτη μελέτη εξετάζεται η στρατιωτική οργάνωση της Ανατολικής Λακωνίας, περιοχή Μονεμβάσιας, σε σχέση με την κοινωνική και οικονομική μεταβολή μετά την Επανάσταση του 1821 σύμφωνα με την ανθρωπολογική θεωρία του Αριούν Απαντουράι για την κοινωνική βιογραφία των πραγμάτων, παίρνοντας σαν παράδειγμα τους πολεμικούς πύργους που ανήκαν σε ισχυρές γενιές του χωριού Συκιά του τέως Δήμου Ασωπού. Εκτός από την επιτόπια εθνογραφική έρευνα, πραγματοποιήθηκε και αρχειακή έρευνα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Ασωπού στους Μολάους, για τον εντοπισμό συμβολαίων αναφερόμενων στους πύργους του χωριού, τα οποία δημοσιεύονται.
Στην έκτη μελέτη εξετάζονται η γλωσσική, κοινωνική και πολιτισμική κατάσταση στη βορειοανατολική Λακωνία (ευρύτερη περιοχή Ζάρακα και Μονεμβάσιας). Ειδικότερα εξετάζονται η κοινωνική θέση της αρβανίτικης γλώσσας και η δομή και η οργάνωση της οικογένειας, η οποία συχνά ήταν πολυπυρηνική του διευρυμένου τύπου, καθώς και τα σχετικά γαμήλια έθιμα, για παράδειγμα η προίκα κλπ.). Εξετάζεται και η επέκταση μετά το 1500 της αρβανίτικης γλώσσας προς τα νότια λόγω της μεταβατικής κτηνοτροφίας των Αρβανιτών. Κατόπιν η υποχώρησή της μετά το 1700 με τις εγκαταστάσεις στην περιοχή απόλυτα μονόγλωσσων ελληνοφώνων πληθυσμών από τη Μάνη και την Κρήτη. Το κείμενο συμπληρώνεται με θεματικό χάρτη της διάδοσης της αρβανίτικης γλώσσας καθώς και με εκτεταμένα γλωσσάρια αρβανίτικων επωνύμων και τοπωνυμίων.
Στην τελευταία μελέτη εξετάζεται η κοινωνική και ιστορική διαδικασία για τον σχηματισμό του αρβανιτόφωνου χωριού Ρειχιά της περιοχής Ζάρακα Λακωνίας. Ιδιαίτερα η οργάνωση του χώρου (οικιστική κλπ.) καθώς και η εξέλιξη των κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων (μαντριά, καλύβες) από τις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα. Συγκεκριμένα από μια πρωτόγονη παραδοσιακή κτηνοτροφία στο πέρασμα στην κοινότητα του χωριού της Ρειχιάς. Η εργασία εστιάζεται στην εξέλιξη των αγροτόσπιτων (κατούνες) και στη δημιουργία των σημερινών γειτονιών των σογιών/γενιών του χωριού. Η μελέτη είναι ένας συνδυασμός επιτόπιας εθνογραφικής έρευνας, που πραγματοποιήθηκε από τον Απρίλη ως τον Σεπτέμβρη του 2005, με συνεντεύξεις και παρατήρηση καθώς και αρχειακής έρευνας στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Ζάρακα στην πόλη των Μολάων. Επίσης σε αδημοσίευτο υλικό του Πανεπιστημίου Αθηνών και της Ακαδημίας Αθηνών (χειρόγραφες λαογραφικές συλλογές), καθώς και σε δημοσιευμένες μελέτες (άρθρα, βιβλία κλπ.).
Κλείνοντας, οι μελέτες από θεωρητική άποψη στηρίζονται στις σύγχρονες θεωρίες της κοινωνικής/πολιτισμικής ανθρωπολογίας για την οικογένεια, τη συγγένεια, το κοινωνικό φύλο και την πολιτισμική ταυτότητα.

Ελευθέριος Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ.

Η εθνογραφία των χωριών του Μεγάλου Κάστρου Μονεμβασιάς
Ηρόδοτος, Αθήνα 2025
ISBN 978-960-485-742-5
9789604857425

Κεντρική διάθεση:
Εκδόσεις Ηρόδοτος
Μαντζάρου 9 GR 10672, Αθήνα
Τηλ.: 210 3626348, 6976334493
Αυτή η διεύθυνση Email προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Ελευθέριος Π. Αλεξάκης
Ερεσσού 43, Αθήνα 106 81 Τηλ. 2103819465, κιν. 6989830307
Email: Αυτή η διεύθυνση Email προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Πρόλογος

Η εθνογραφία των χωριών του Μεγάλου Κάστρου Μονεμβασίας

I. Οικιστική εξέλιξη στον Δήμο Βοιών (Βάτικα) Λακωνίας: ποιμνιοκατούνες, σπιτοκατούνες, χωριά (1700-2000)
Εισαγωγή (17). Γεωγραφία, οικονομία, ιστορία (18). Η οργάνωση του χώρου στην κτηνοτροφία και στη γεωργία (26). Πληθυσμιακή αύξηση και διοικητική διαίρεση (41). Σημειολογία του χώρου και τοπωνυμικό των εγκαταστάσεων (50).

II. Από τις κατούνες στην κοινότητα στην Ελαφόνησο της Λακωνίας. Μια εθνοϊστορική προσέγγιση
Κατατοπιστικό προλόγισμα (67). Η κατάσταση πριν από το 1821 και αμέσως κατόπιν (69). Ο δεύτερος μανιάτικος εποικισμός και η ίδρυση του χωριού Ελαφόνησος (89).

III. Θαλάσσια οικονομία, συγγένεια και κοινωνικό φύλο στην Ελαφόνησο Λακωνίας
Η θέση του προβλήματος (111). Η οικονομία της Ελαφονήσου. Παρελθόν και παρόν (113). Συγγένεια και οικογένεια (125). Γυναίκες και περιουσία (133). Γυναίκες: λόγος/σιωπή (138). Βιβλιογραφία (146).

IV. Από το βουνό στη θάλασσα. Κτηνοτροφία, γεωργία και αλιεία στα Βάτικα Λακωνίας
Η προβληματική (159). Γεωγραφικά όρια των Βατίκων και διαδοχικές διοικητικές διαιρέσεις (160). Κτηνοτροφία και γεωργία. Η οικονομία της μη αυτάρκειας; (163). Από την παράκτια στη μέση, μεσογειακή και υπερπόντια αλιεία (176). Συμπεράσματα (192).

V. Οι πύργοι της γενιάς. Στρατιωτική οργάνωση και κοινωνικοοικονομική μεταβολή στη Λακωνία. Η περίπτωση της Συκιάς Μονεμβασίας (1700-1900)
Εισαγωγή (195). Ιστορικά και γεωγραφικά του οικισμού (196). Η γεωργοκτηνοτροφική οικονομία και οι μεταβολές μετά την Ελληνική Επανάσταση (204). Οι γενιές: διακλαδώσεις και ισχύς (207). Οι πύργοι ως πρακτική, στρατηγική και σύμβολο (223). Συζήτηση/Συμπεράσματα (233). Παράρτημα εγγράφων (236). Βιβλιογραφία (258).

VI. Ο κρυμμένος κώδικας. Αλβανοποίηση και αποαλβανοποίηση στη βορειοανατολική Λακωνία (1400-2000)
Η προβληματική (271). Η εγκατάσταση των Αλβανών στην περιοχή του Ζάρακα (275). Ημινομαδική/μεταβατική κτηνοτροφία και εξάπλωση της αλβανοφωνίας (1400-1700) (281). Η αποαλβανοποίηση. Εγκαταστάσεις Μανιατών, Κρητικών και Αρκάδων στην περιοχή (1700-1830) (295). Η παρούσα κατάσταση (305). Επώνυμα και παρωνύμια αλβανικής ετυμολογίας, σχηματισμού ή προέλευσης (323). Τοπωνύμια αλβανικής ετυμολογίας, σχηματισμού ή προέλευσης (329).

VII. Από τις κτηνοτροφικές κατούνες στην κοινότητα. Η περίπτωση της Ρειχιάς Ζάρακα Λακωνίας (1800-2000)
Εισαγωγή (337). Γεωγραφία, ιστορία και οικονομία (342). Η οικιστική εξέλιξη (350). Οικογένεια, συγγένεια και χώρος. Δομές και μεταδομές (360). Συμπεράσματα (368). Παράρτημα: οι γενιές (369). Βιβλιογραφία (373).

Ευρετήριο τόπων και ονομάτων

Ευρετήριο λέξεων και όρων

Πίνακας περιεχομένων

Η εθνογραφία των χωριών του Μεγάλου Κάστρου Μονεμβασιάς, Ελευθέριος Π. Αλεξάκης

Εθνολογία On Line

ejournal

Φωτογραφίες